άψογος

(προωθήθηκε από άψογο)
Μεταφράσεις

άψογος

('apsoɣos) αρσενικό

άψογη

('apsoʝi) θηλυκό

άψογο

impeccable, flawless, sleekimpeccable, irréprochable, parfait ('apsoɣo) ουδέτερο
επίθετο
τέλειος, αλάνθαστος άψογο ντύσιμο Είναι σε άψογη κατάσταση.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close