γδέρνω

(προωθήθηκε από έγδαρα)
Μεταφράσεις

γδέρνω

skin, flay, scratchيَخْدِشُškrábatkløkratzenarañarraapaistagrifferčešatigraffiare引っ掻く긁다krabbenklorepodrapaćarranharцарапатьrepaเกาçizmeklàm xước ('ɣðerno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αφαιρώ το δέρμα γδέρνω ένα αρνί
2. γραντζουνάω γδέρνω το γόνατό μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close