έκπληκτος

(προωθήθηκε από έκπληκτο)
Μεταφράσεις

έκπληκτος

('ekpliktos) αρσενικό

έκπληκτη

('ekplikti) θηλυκό

έκπληκτο

surprised, astonishedمَدْهُوشpřekvapenýoverrasketüberraschtsorprendidohämmästynytsurprisiznenađensopreso驚いた놀란verrastoverrasketzaskoczonysurpresoудивленныйförvånadรู้สึกประหลาดใจşaşırmışngạc nhiên感到惊喜的, 惊讶驚訝מופתע ('ekplikto) ουδέτερο
επίθετο
αισθάνομαι έκπληξη για κτ μένω έκπληκτος από κτ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close