έκπτωση

Μεταφράσεις

έκπτωση

discount, cutback, sale, deduction, markdown, rebateremise, rabaisخَصْمslevarabatRabattdescuentoalennuspopustsconto割引할인kortingavslagrabatdescontoскидкаrabattการลดราคาindirimsự giảm giá折扣отстъпкаהנחה折扣 ('ekptosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. χαμηλότερη τιμή αγοράζω κτ με έκπτωση κάνω έκπτωση
2. περίοδος που οι τιμές είναι χαμηλές αγοράζω κτ στις εκπτώσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close