έκτακτος

(προωθήθηκε από έκτακτη)
Μεταφράσεις

έκτακτος

('ektaktos) αρσενικό

έκτακτη

('ektakti) θηλυκό

έκτακτο

اِسْتِثْنَائِيّmimořádnýekstraordinæraußerordentlichextraordinary, temporaryextraordinario, temporalerikoislaatuinenextraordinaireizvanredanstraordinario異常な비범한buitengewoonusedvanlignadzwyczajnyextraordinário, temporárioвыдающийсяutomordentligผิดธรรมดาolağanüstüphi thường非凡的, 临时временно臨時זמני ('ektakto) ουδέτερο
επίθετο
1. εκτός προγράμματος έκτακτη είδηση έκτακτη ανάγκη
2. που δεν είναι μόνιμος έκτακτος συνεργάτης
3. εξαιρετικός έκτακτη ποιότητα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close