έκταση

Μεταφράσεις

έκταση

extent, extension, area, ectasisétenduesuprafaţăمَدَىrozlohaomfangAusmaßalcancelaajuusrazmjerestensione広がり범위mateomfangzasięgextensão, áreaпротяжениеomfattningขอบเขตboyutphạm vi程度אזור ('ektasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επιφάνεια ατέλειωτες εκτάσεις αγοράζω έκταση
2. μεταφορικά επιπτώσεις Το επεισόδιο πήρε απίστευτη έκταση.
3. το άνοιγμα τεντωμένων χεριών τα χέρια σε έκταση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close