έμβρυο

Μεταφράσεις

έμβρυο

embryo, fetus, foetusembryon, fœtusجَنِيـنplodfosterFötusfetosikiöfetusfeto胎児태아foetusfosterpłódfetoплод, зародышfosterทารกในครรภ์ceninbào thai胎儿 ('emvrio)
ουσιαστικό ουδέτερο
η πρώτη φάση ανάπτυξης οργανισμού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close