έμψυχος

(προωθήθηκε από έμψυχο)
Μεταφράσεις

έμψυχος

('empsixos) αρσενικό

έμψυχη

('empsiçi) θηλυκό

έμψυχο

animate, living ('empsixo) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει ψυχή έμψυχο ον
2. ανθρώπινος έμψυχο δυναμικό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close