ένδοξος

(προωθήθηκε από ένδοξη)
Μεταφράσεις

ένδοξος

('enðoksos) αρσενικό

ένδοξη

('enðoksi) θηλυκό

ένδοξο

gloriousجَلِيلúžasnýprægtigherrlichgloriosoloistavaglorieuxveličanstvenmagnificoすばらしい영광스러운glorieuspraktfullsławnygloriosoвеликолепныйstrålandeสวยงามมากgörkemlihuy hoàng显赫的 ('enðokso) ουδέτερο
επίθετο
ηρωικός ένδοξη μάχη ένδοξο παρελθόν
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close