ένθερμος

(προωθήθηκε από ένθερμη)
Μεταφράσεις

ένθερμος

('enθermos)

ένθερμη

('enθermi)

ένθερμο

fervent ('enθermo)
επίθετο
ενθουσιώδης ένθερμος οπαδός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close