ένστικτο

Μεταφράσεις

ένστικτο

Instinktinstinctغَرِيزَةٌinstinktinstinktinstinctinstintovaistoinstinktistinto本能본능instinctinstinktinstynktinstintoинстинктinstinktสัญชาตญาณiçgüdübản năng本能инстинкт本能אינסטינקט ('enstikto)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ασυνείδητος αισθητήριος μηχανισμός ένστικτο επιβίωσης
2. αίσθηση που δε στηρίζεται στη λογική Το ένστικτό μου μου λέει να πάω δεξιά. αλάνθαστο ένστικτο
3. τάση, κλίση καλλιτεχνικό ένστικτο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close