έξαλλος

(προωθήθηκε από έξαλλη)
Μεταφράσεις

έξαλλος

('eksalos) αρσενικό

έξαλλη

('eksali) θηλυκό

έξαλλο

frenzied, madغَاضِبٌvzteklývredwütendfuriosovihainenfurieuxljutarrabbiato腹を立てた화가 난boosforbannetwściekłycom raiva, zangadoрассвирепевшийargโกรธkızgınbực bội狂怒的 ('eksalo) ουδέτερο
επίθετο
1. πάρα πολύ θυμωμένος γίνομαι έξαλλος
2. υπερβολικά ασυνήθιστος έξαλλο χτένισμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close