έτος

Μεταφράσεις

έτος

åryearañoannée, anשנהårسَنَةrokJahrvuosigodinaannojaarrokanoгодårปีyılnămгодина ('etos)
ουσιαστικό ουδέτερο
χρόνος, χρονιά Είμαι δέκα ετών. το σχολικό έτος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close