έφεση

Μεταφράσεις

έφεση

appealappelappelloberoeprecursoنداءобжалване上诉上訴odvoláníアピールöverklagandeอุทธรณ์ ('efesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. κλίση, ταλέντο Έχει έφεση στη μουσική.
2. νομικά επανάληψη δίκης κάνω έφεση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close