ήμερος

(προωθήθηκε από ήμερο)
Μεταφράσεις

ήμερος

('imeros) αρσενικό

ήμερη

('imeri) θηλυκό

ήμερο

domesticated ('imero) ουδέτερο
επίθετο
εξημερωμένος ήμερο λιοντάρι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close