ίσιος

(προωθήθηκε από ίσιο)
Μεταφράσεις

ίσιος

('isços) αρσενικό

ίσια

('isça) θηλυκό

ίσιο

dreptstraight, equalGeradeمستقيمправrovnýligesuoraישרrak ('isço) ουδέτερο
επίθετο
1. ευθύς ίσια γραμμή
2. που δε σγουραίνουν ίσια μαλλιά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close