αίτιο

Μεταφράσεις

αίτιο

Grundcausecause, raisoncausacausaالسببпричина原因原因Příčinaårsag原因원인orsak ('etio)
ουσιαστικό ουδέτερο
η αιτία Ποια είναι τα βαθύτερα αίτια της κατάθλιψής του; τα αίτια του φόνου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close