αγανάκτηση

(προωθήθηκε από αγανάχτηση)
Μεταφράσεις

αγανάκτηση

(aɣa'naktisi)

αγανάχτηση

indignation, wrath, outcry, resentmentexaspération, indignation, agacementזעם, כעס (aɣa'naχtisi)
θυμός προκαλώ αγανάκτηση σε κπ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close