αγκαλιά

Μεταφράσεις

αγκαλιά

(aŋga'ʎa)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ο χώρος ανάμεσα στους βραχίονες Έλα στην αγκαλιά μου.
πολύ θερμά υποδέχομαι κπ με ανοιχτή αγκαλιά
2. το μέγεθος μιας αγκαλιάς μια αγκαλιά λουλούδια

αγκαλιά

embrace, armful, cuddle, hugحَضَن, عِنَاقobjetíknusUmarmungabrazohalausaccolade, câlingrljenje, zagrljajabbraccio, coccola抱きしめること, 抱擁포옹knuffelklem, omfavnelseuściskabraço, abraçarобъятие, объятияkramการกอด, การกอดด้วยความรักใคร่kucaklamacái ôm, sự ôm ấp拥抱擁抱חיבוק
επίρρημα
στην αγκαλιά παίρνω κπ αγκαλιά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close