αγορίστικος

(προωθήθηκε από αγορίστικη)
Μεταφράσεις

αγορίστικος

(aɣo'ristikos) αρσενικό

αγορίστικη

(aɣo'ristici) θηλυκό

αγορίστικο

boyishchico, dede, garçon (aɣo'ristiko) ουδέτερο
επίθετο
που θυμίζει αγόρι αγορίστικα ρούχα αγορίστικα κοντά μαλλιά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close