αγωγός

Μεταφράσεις

αγωγός

pipeline, conductor, conduit, pipeخَطّ أَنابِيبpotrubírørledningPipelineconductoöljyputkipipe-linecjevovodcondutturaパイプライン송유관pijplijnrørledningrurociągoleoduto, pipelineтрубопроводpipelineท่อยาวส่งผ่านน้ำมัน น้ำหรือก๊าซboru hattıđường ống管线, 管道тръбопровод管道צינור (aɣο'ɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. σωλήνας ο αγωγός του νερού
2. φυσική αγωγός καλός αγωγός θερμότητας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close