αδέσποτος

Μεταφράσεις

αδέσποτος

(a'ðespotos) αρσενικό

αδέσποτη

(a'ðespoti) θηλυκό

αδέσποτο

maverick, stray (a'ðespotο) ουδέτερο
επίθετο
1. για ζώο που δεν έχει κύριο αδέσποτο σκυλί
2. μεταφορικά χαμένος, χωρίς στόχο αδέσποτη σφαίρα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close