αδελφικός

(προωθήθηκε από αδελφικό)
Μεταφράσεις

αδελφικός

(aðelfi'kos)

αδερφικός

(aðerfi'kos)
επίθετο

αδελφική

(aðelfi'ci) θηλυκό

αδελφικό

fraternel, coûteuxbrotherly (aðelfi'ko) ουδέτερο
που αφορά τα αδέλφια αδελφική αγάπη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close