αδιάθετος

(προωθήθηκε από αδιάθετο)
Μεταφράσεις

αδιάθετος

(a'ðjaθetos) αρσενικό

αδιάθετη

(a'ðjaθeti) θηλυκό

αδιάθετο

unwell, indisposedenfermo, malmalade, malsain, indisposéمَرِيضnemocnýutilpasunwohlhuonovointinenkoji se loše osjećamalato気分のすぐれない몸이 편치 않은onweluvelniezdrówdoenteнездоровыйdåligไม่สบายiyi değilkhông khỏe生病的 (a'ðjaθeto) ουδέτερο
επίθετο
1. ελαφρά άρρωστος Δε θα πάει σχολείο γιατί είναι αδιάθετος.
2. που έχει περίοδο (για γυναίκα) είμαι αδιάθετη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close