αδυναμία

Μεταφράσεις

αδυναμία

weakness, inability, frailtypuute, heikkousfaiblesse, infirmitédebolezzaضَعْفslabostsvaghedSchwächedebilidadslabost弱いこと허약zwaktesvakhetsłabośćfraquezaслабостьsvaghetความอ่อนแอzayıflıksự yếu ớt虚弱, 弱点слабост弱點חולשה (aðina'mia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. έλλειψη δύναμης αισθάνομαι αδυναμία Ήταν μια στιγμή αδυναμίας.
2. ελάττωμα, ατέλεια Έχει αδυναμίες, αλλά δεν είναι κακός. οι αδυναμίες ενός κειμένου
3. συμπάθεια, προτίμηση Έχει αδυναμία στους άντρες με μούσι. Έχω αδυναμία στη σοκολάτα.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close