αερίζω

Μεταφράσεις

αερίζω

aérer, éventer, ventilerorearaerate, ventilate (ae'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ανανεώνω τον αέρα σε κλειστό χώρο αερίζω ένα δωμάτιο
2. εκθέτω κτ στον αέρα αερίζω τα ρούχα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close