αεροπλάνο

Μεταφράσεις

αεροπλάνο

Flugzeugplane, aeroplane, airplaneaeroplanoaviónavion, aéroplaneמטוסaereo, aeroplanovliegtuigsamolotаэроплан, самолёт, самолетавионطَائِرَةletadloflylentokonezrakoplov飛行機비행기flyaviãoflygplanเครื่องบินuçakmáy bay飞机равнина飛機 (aero'plano)
ουσιαστικό ουδέτερο
εναέριο μέσο συγκοινωνίας Tο αεροπλάνο απογειώνεταιπροσγειώνεται.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close