αθανασία

Μεταφράσεις

αθανασία

Unsterblichkeitimmortalitysenmortecoimortalidadimmortalitéhalhatatlanságódauðleikinieśmiertelnośćimortalidadeimmortalitàбессмертиеonsterfelijkheidбезсмъртие不朽不朽Nesmrtelnostudødelighedאלמוות영생odödlighet (aθana'sia)
ουσιαστικό θηλυκό
η αιώνια ζωή πιστεύω στην αθανασία της ψυχής
το έργο μου μένει ζωντανό και μετά το θάνατό μου Με το έργο του πέρασε στην αθανασία.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close