αθωότητα

Μεταφράσεις

αθωότητα

innocenceinnocenceinnocenzainocenciaUnschuldonschuldinocênciaالبراءةневинност无罪無罪uskyldתמימותoskuld (aθo'otita)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η μη ενοχή αποδεικνύω την αθωότητά μου
2. αγνότητα εκμεταλλεύομαι την αθωότητα κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close