αιδοίο

Μεταφράσεις

αιδοίο

vulva, pudendumvulvaвульва (e'ðio)
ουσιαστικό ουδέτερο
το γυναικείο γεννητικό όργανο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close