αινιγματικός

(προωθήθηκε από αινιγματική)
Μεταφράσεις

αινιγματικός

(eniɣmati'kos) αρσενικό

αινιγματική

(eniɣmati'ci) θηλυκό

αινιγματικό

enigmatic, mysteriousénigmatiqueenigmáticoenigmaticaTajemný수수께끼 (eniɣmati'ko) ουδέτερο
επίθετο
μυστηριώδης αινιγματικό χαμόγελο αινιγματικά λόγια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close