αιφνίδιος

(προωθήθηκε από αιφνίδιο)
Μεταφράσεις

αιφνίδιος

(ef'niðios) αρσενικό

αιφνίδια

(ef'niðia) θηλυκό

αιφνίδιο

sudden, sharp, abruptsoudain, abruptمُفاجِئnáhlýbratabruptabrupto, repentinaäkkinäinennagaoimprovviso不意の갑작스러운abruptbrånagłyrepentino, súbitaвнезапныйabruptทันทีทันใดaniđột ngột突然внезапно突然פתאומית (ef'niðio) ουδέτερο
επίθετο
ξαφνικός αιφνίδιος θάνατος αιφνίδια επίσκεψη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close