αιχμηρός

Μεταφράσεις

αιχμηρός

(exmi'ros) αρσενικό

αιχμηρή

(exmi'ri) θηλυκό

αιχμηρό

pointed, trenchant (exmi'ro) ουδέτερο
επίθετο
σουβλερός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close