ακαριαίος

(προωθήθηκε από ακαριαίο)
Μεταφράσεις

ακαριαίος

(akari'eos) αρσενικό

ακαριαία

(akari'ea) θηλυκό

ακαριαίο

instantaneousinstantané, illico, immédiatementinstantáneaistantaneaмгновеннаяmomentaneinstantâneaلحظيةchwilowa瞬时øjeblikkeligeמיידי瞬時 (akari'eo) ουδέτερο
επίθετο
που συμβαίνει μέσα σε ελάχιστο χρόνο ακαριαίος θάνατος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close