ακατανόητος

(προωθήθηκε από ακατανόητη)
Μεταφράσεις

ακατανόητος

(akata'noitos) αρσενικό

ακατανόητη

(akata'noiti) θηλυκό

ακατανόητο

incomprehensible, inconceivable, indecipherableincompréhensible, inintelligible, abracadabrantнепонятныйincomprensibleunverständlichincomprensibileonbegrijpelijkincompreensívelغير مفهومةobegripligt (akata'noito) ουδέτερο
επίθετο
ακαταλαβίστικος, περίεργος ακατανόητο κείμενο ακατανόητη συμπεριφορά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close