ακμαίος

(προωθήθηκε από ακμαία)
Μεταφράσεις

ακμαίος

(ak'meos) αρσενικό

ακμαία

(ak'mea) θηλυκό

ακμαίο

fuertepuissant, robusteactive (ak'meo) ουδέτερο
επίθετο
1. δυνατός νιώθω ακμαίος ακμαίος γέρος ακμαίο ηθικό
2. με πλούσια δραστηριότητα και εξέλιξη ακμαίο εμπόριο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close