ακολουθία

Μεταφράσεις

ακολουθία

entourage, retinue, sequence, escort, following, suitemesse, clique, cortège, escorte (akolu'θia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. λογική σειρά ακολουθία ιδεών
2. ομάδα ανθρώπων που συνοδεύουν κπ επίσημο πρόσωπο επίσημη ακολουθία Έφτασε με την ακολουθία του.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close