ακριβολογώ

Μεταφράσεις

ακριβολογώ

(akrivolo'ɣo)
ρήμα άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
γίνομαι σαφής Ακριβολογεί όταν γράφει.
για να γίνω πιο σαφής
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close