ακροατής

(προωθήθηκε από ακροάτρια)
Μεταφράσεις

ακροατής

(akroa'tis) αρσενικό

ακροάτρια

listenerauditeurمُسْتَمِعٌposluchačlytterZuhöreroyentekuuntelijaslušateljascoltatore聞き手듣는 사람luisteraarlyttersłuchaczouvinteслушательlyssnareผู้ฟังdinleyicingười nghe听众 (akro'atria) θηλυκό
ουσιαστικό
που παρακολουθεί κπ συναυλία, διάλεξη οι ακροατές ραδιοφώνου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close