ακτινοβολία

Μεταφράσεις

ακτινοβολία

radiation, projectionإِشْعَاعradiacestrålingStrahlungradiaciónsäteilyrayonnementradijacijaradiazione放射복사stralingstrålingpromieniowanieradiaçãoрадиацияstrålningรังสีradyasyonsự bức xạ辐射輻射קרינה (aktinovo'lia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εκπομπή ακτίνων ηλιακή ακτινοβολία
2. μεταφορικά λάμψη η ακτινοβολία ενός πολιτισμού
3. ιατρική ακτίνες Χ η έκθεση στην ακτινοβολία των κινητών (τηλεφώνων)
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close