ακτινοβολώ

Μεταφράσεις

ακτινοβολώ

radiate, twinkle (aktinovo'lo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. λάμπω το φως ακτινοβολεί
2. μεταφορικά εκπέμπω χαρά Το πρόσωπό της ακτινοβολεί. ακτινοβολώ από χαρά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close