αλήτης

(προωθήθηκε από αλήτισσα)
Μεταφράσεις

αλήτης

(a'litis) αρσενικό

αλήτισσα

tramp, apache, punkبَنْك, مُتَسَوِّلpunk, tulákbølle, vagabondBlödmann, Landstreicherpunk, vagabundokulkuri, retaleclochard, punkprosjak, punkbarbone, punkチンピラ, 浮浪者거지, 보잘것없는 사람punk, vagebonddrittsekk, tiggerśmieć, włóczęgamendigo, punkбродяга, панк-рокluffare, skitคนจรจัด, พังค์serserikẻ lang thang, thể loại punk rock朋克摇滚乐, 流浪汉 (a'litisa) θηλυκό
ουσιαστικό
1. που δεν έχει ούτε κατοικία ούτε δουλειά Ένας αλήτης μου ζήτησε ένα ευρώ.
2. παλιάνθρωπος Τι αλήτης!
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close