αληθεύω

Μεταφράσεις

αληθεύω

(ali'θevo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
είμαι αληθινός, ισχύω
είναι αλήθεια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close