αλκοόλ

Μεταφράσεις

αλκοόλ

алкохолalkoholalcoholalcoolalkoholalcoholалкогольalkoholalcoholAlkoholálcoolالكحولalkohol酒精酒精alkoholאלכוהולアルコール알코올แอลกอฮอล์ (alko'ol)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
1. οινόπνευμα Αυτό το ποτό περιέχει αλκοόλ.
2. οινοπνευματώδες ποτό πίνω αλκοόλ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close