αλοιφή

Μεταφράσεις

αλοιφή

ointment, unguent, linimentpommadeمِرْهَمٌmastsalveSalbeungüentovoidemastunguento軟膏연고zalfsalvesmarowidłopomadaмазьsalvaขี้ผึ้งmerhemthuốc mỡ药膏 (ali'fi)
ουσιαστικό θηλυκό
φαρμακευτική κρέμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close