αμαρτωλός

Μεταφράσεις

αμαρτωλός

(amarto'los) αρσενικό

αμαρτωλή

(amarto'li) θηλυκό

αμαρτωλό

pêcheursinnerpecadorSünderpeccatorepecador罪人罪人죄인 (amarto'lo) ουδέτερο
επίθετο
που έχει κάνει αμαρτίες
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close