αμμωνία

Μεταφράσεις

αμμωνία

ammoniaammoniacаммиакamoníacoAmmoniakammoniacaammoniakamoníacoالأمونياamoniakамонякAmoniakammoniakאמוניהアンモニア암모니아ammoniakแอมโมเนีย (amo'nia)
ουσιαστικό θηλυκό
υγρό που ανακουφίζει μετά από δάγκωμα εντόμων κ.λπ.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close