αμμώδης

(προωθήθηκε από αμμώδες)
Μεταφράσεις

αμμώδης

(a'moðis) αρσενικό-θηλυκό

αμμώδες

sablonneuxgritty, sandySandySandySandySandySandySandyСандиSandySandyסנדיサンディ샌디Sandy (a'moðes) ουδέτερο
επίθετο
που περιέχει άμμο αμμώδες έδαφος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close