αμυδρός

(προωθήθηκε από αμυδρή)
Μεταφράσεις

αμυδρός

(ami'ðros) αρσενικό

αμυδρή

(ami'ðri) θηλυκό

αμυδρό

dim, faint, indistinct, vagueaffaibli, confus, faible, flou, indistinctDIMDIMDimDimDimDimDimDimDimעמום희미한Dim (ami'ðro) ουδέτερο
επίθετο
1. ασαφής αμυδρή εντύπωση
2. ανεπαίσθητος, μικρός αμυδρή ελπίδα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close