αμφίβολος

(προωθήθηκε από αμφίβoλο)
Μεταφράσεις

αμφίβολος

(am'fivolos) αρσενικό

αμφίβολη

(am'fivoli) θηλυκό

αμφίβoλο

doubtful, uncertainمَشْكُوك فِيهnepravděpodobnýtvivlsomzweifelhaftdubitativo, dudosokyseenalainendouteuxsumnjičavdubbioso疑わしい의심스러운twijfelachtigtvilsomwątpliwyduvidosoсомнительныйtveksamเป็นที่สงสัยkuşkuluđáng nghi疑惑的 (am'fivolo) ουδέτερο
επίθετο
για τον οποίο αμφιβάλουμε αμφίβολη εξέλιξη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close